Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Σημάδια ψυχής...


Έχει ήδη σουρουπώσει. Το πρώτο χάδι της νύχτας έπεσε πάνω μου σα βαρύ μολύβι. Βρέχει πάλι έξω στον στενό δρόμο της συνοικίας και το μόνο που ακούγεται είναι οι στάλες της βροχής. Σαν να άδειασε ο κόσμος σήμερα από τους θορύβους της πόλης. Τα πάντα κουβαλούν μια ηρεμία και το μόνο που την διακόπτει είναι το κλάμα του ουρανού.
Μέσα στο μικρό μου δωμάτιο οι ήχοι μιας παλιάς ροκ μπαλάντας συνοδεύουν το ξέσπασμα του καιρού. Ένα κερί καίει σε μια γωνιά και απλώνει την λιγοστή του λάμψη πάνω στο σώμα μου που κοιτά τον καθρέφτη.  Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που κοίταξα για τελευταία φορά ανέμελα την φιγούρα που σχηματιζόταν μέσα στο  γυαλί του. Σ'αυτό το ορθογώνιο αντικείμενο που για ένα περίεργο λόγο επιμένει να με κοιτά και να μου λέει πάντα την αλήθεια.
"Ένας χρόνος" ψιθύρισα και το χέρι μου περιπλανήθηκε πάνω στις τρείς ουλές μου που πλέον αναπαύονται στο στήθος μου. " Τι χρόνος κι αυτός" άκουσα να μου αποκρίνεται το είδωλό μου. Σήκωσα τα μάτια. Μέσα στο γυαλί στέκοταν ο εαυτός μου όπως τον θυμόμουν. Μακριά μαύρα μαλλιά, μάτια γαλήνια, ψυχή ανέμελη... Τι χρόνος, αλήθεια. Χρόνος δύσκολος αλλά και λυτρωτικός. Χρόνος που πέρασε και μου έδωσε με καλοσύνη μια δεύτερη ευκαιρία.  Που μ'έκανε να συνειδητοποίησω πώς τα όρια του ανθρώπου μπορούν να ξεπεραστούν. Πως η δύναμη που κρύβει μέσα του κάποιος, είναι πολύ μεγαλύτερη και ισχυρότερη από αυτό που νομίζει. Πως η θέληση για ζωή και η δίψα για το αύριο δεν σβήνει εύκολα...
Η μορφή μου είναι πλέον τόσο διαφορετική. Πιάνω το κεφάλι μου. Τα μαλλιά μου, έχει λίγο καιρό που βγήκαν, το σώμα μου αδυνατισμένο, το βλέμμα μου βαρύ, η καρδιά μου σκοτεινή. Νοητά περνάνε από το μυαλό μου όλες οι δύσκολες ημέρες του τελευταίου χρόνου. Ο Γολγοθάς που έπρεπε να ανέβω. Κάποιες φορές ένιωθα τόσο εύθραυστη, τόσο ελαφριά, σχεδόν άϋλη μέσα στον κόσμο. Οι νύχτες που με βρήκαν κουλουριασμένη στο κρεβάτι μου, να κλαίω από φόβο μήπως και τελικά δεν τα καταφέρω. Οι άνθρωποι που έχασα. Που ενώ τους άπλωνα το χέρι να με κρατήσουν για να μη πέσω στο γκρεμό, εκείνοι τράβηξαν με δύναμη τα δάχτυλα τους μέσα από την παλάμη μου και άρχισαν να τρέχουν μακριά, αγνοόντας τις ικεσίες μου. Οι στιγμές που λύγιζαν τα πόδια μου, κάτω από το βάρος της δοκιμασίας που έτυχε να πέσει στους ώμους μου. Όλα εκείνα τα πρωινά που δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Όλες οι νύχτες που με έβρισκαν ξάγρυπνη να εύχομαι όλα αυτά που βίωνα να ήταν ένα άσχημο όνειρο, που θα ξυπνούσα το πρωί και θα είχε φύγει μακριά. Καθε μέρα ήταν και μια μάχη που έπρεπε να κερδίσω για να επιβιώσω. Να σφίξω τα δόντια με πείσμα και να μην αφήσω την ασθένεια μου να με πάρει από όλα όσα αγαπώ, να μου στερήσει το μέλλον που με τόση λαχτάρα περίμενα. Να κάνω όλα αυτά που δεν είχα κάνει ακόμα. Και μέσα σε αυτή την μάχη ένα πράγμα μου έδινε κουράγιο. Η αγάπη. Όλη η αγάπη που με γεναιοδωρία με γέμιζαν κάποιοι άνθρωποι. Που έμειναν κοντά μου δείχνοντας υπομονή απέναντι στον δύσκολο χαρακτήρα μου. Που έγιναν ο κυματοθραύστης των συναισθημάτων μου κι άφηναν να ξεσπάω επάνω τους μόνο και μόνο για να με απαλλάξουν από το φριχτό μου φορτίο.
Το φως άρχισε να λιγοστεύει, αλλά για ένα περίεργο λόγο έβλεπα πιο καθαρά. Σαν ένα φως εσωτερικό που άρχισε να απλώνεται στο μικρό μου δωμάτιο. Τα είχα καταφέρει. Είχα κερδίσει την πιο δύσκολη μάχη. Εκείνο τον χειμώνα κέρδισα την μάχη για την ζωή μου. Είχα κάποιες απώλειες, που ενώ τότε φάνταζαν σημαντικές, τώρα πια είναι απλά φαντάσματα που ανήκουν στο παρελθόν. Το είδωλο του καθρέφτη ενώθηκε με το δικό μου και έγιναν ένα. Στο κρύο γυαλί τώρα έβλεπα τον εαυτό μου όπως είμαι τώρα. Με κοντά μαλλιά, ταλαιπωρημένη, αλλά νικήτρια. Μέσα στα μάτια μου δεν υπήρχε σκοτάδι, αλλά ένα φως ανεξήγητο, που κάποιοι το βαφτίζουν ελπίδα.
Ακόμα ένα βράδυ περνά. Άλλη μια μέρα που ήσουν εδώ, σ'αυτό τον κόσμο, να υπάρχεις, να ελπίζεις, να ζεις, να μάχεσαι για τις ώρες σου, για τις μέρες σου. Να μάχεσαι... "Μάχη είναι η ζωή, που την δίνεις κάθε μέρα και πρέπει να την κερδίζεις. Το οφείλεις στην ψυχή σου" αποκρίθηκε το είδωλο, "Σ'αυτή την μάχη, μόνη σου στέκεσαι και πολεμάς. Σ'αυτή την μάχη εσύ είσαι ο στρατιώτης, το όπλο, ο στρατηγός... Εσύ και κανένας άλλος. Αν εσύ σηκώσεις λευκή σημαία, τότε κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κερδίσει αυτό τον πόλεμο για σένα. "
"Και τι γίνεται με το αύριο;" ρώτησα. "Πότε ήξερες τι γίνεται με το αύριο; Ζεις και πολεμάς για την κάθε μέρα, την κάθε ώρα, το κάθε λεπτό.  Ο πόλεμος είναι διαρκής και ασταμάτητος. Και αυτό τον πόλεμο τον κερδίζει κανείς, όταν έχει δύναμη, όχι σωματική, αλλά δύναμη ψυχής. Κι αν ποτέ νιώσεις πως λυγίζεις, κοίταξε τις ουλές που κουβαλάς. Για άλλους μπορεί να είναι σημάδια πάνω στο σώμα σου, αλλά για σένα θα είναι πάντα κάτι παραπάνω. Αυτά είναι τα  μετάλλια σου από τον πόλεμο που κέρδισες. Μετάλλια ανδρείας και θάρρους. Μετάλλια επιβίωσης. Σημάδια μιας ψυχής που πολέμησε..."
Το τραγούδι είχε απο ώρα τελειώσει. Η βροχή συνέχιζε να μαστιγώνει τους δρόμους. Το κερί έσβησε. Σκοτάδι απλώθηκε σε όλο το δωμάτιο. Κατάπιε τα έπιπλα, τους τοίχους, τα βιβλία, τις παλιές φωτογραφίες. Έκρυψε τα φαντάσματα του παρελθόντος κάτω από τον μαύρο του μανδύα. Έκρυψε τον πόνο, την θλίψη, την αγωνία. Κάλυψε κάθε γωνιά του χώρου, εκτός από ένα σημείο. Δεν μπόρεσε να καλύψει την καρδιά μου... Εκεί υπάρχει πια μόνο φως...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου